Sunday, October 30, 2011

μπερντές ~ Karagiozi screen

I'm writing about my father again, and how he used to play shadow-puppet theater. I watched hours of documentary on this folk practice, and learned the name of the screen as a result.

Friday, October 28, 2011

σκουλλί ~ bunch

σκουλλί μάτσο

παράλιος ~ foreshore

The intertidal zone of the seashore, The area of a shore that lies between the average high tide mark and the average low tide mark.  Also, littoral zone. Organisms in the intertidal zone are adapted to an environment of harsh extremes. Water is available regularly with the tides but varies from fresh with rain to highly saline and dry salt with drying between tidal inundations. The action of waves can dislodge residents in the littoral zone. With the intertidal zone's high exposure to the sun the temperature range can be anything from very hot with full sun to near freezing in colder climates. Some microclimates in the littoral zone are ameliorated by local features and larger plants such as mangroves. Adaptation in the littoral zone allows the use of nutrients supplied in high volume on a regular basis from the sea which is actively moved to the zone by tides. Edges of habitats, in this case land and sea, are themselves often significant ecologies, and the littoral zone is a prime example.
A typical rocky shore can be divided into a spray zone or splash zone (also known as the supratidal zone), which is above the spring high-tide line and is covered by water only during storms, and an intertidal zone, which lies between the high and low tidal extremes. 

γιόμα ~ midday

From a Cypriot song about St. George and a dragon. According to the def. below, it's not just the Cypriots, but also the Peloponesians, who use the word.

Γιόμα = Το μεσημέρι. Από το γέμισμα του ήλιου. Λέξη που χρησιμοποιούν συνήθως οι πελοποννησιοι. Απόγευμα ή απόγιομα. Η ώρες που ακολουθούν μετά το γιόμα, το μεσημέρι.

σπάρος ~ annular seabream

Annular Sea Bream has a silvery white colour and an almost annular dark band is found around the caudal peduncle, behind the dorsal and anal fin

Πέρκα ~ painted comber

The painted comber (Serranus scriba) is a subtropical marine fish, classified in family Serranidae, the groupers and sea basses. It is found in the eastern Atlantic Ocean, the Mediterranean Sea, and the Black Sea. Synonyms are Perca marina and Sebastus marinus.

From Elytis' Αξιον Εστί "εκεί σπάροι και πέρκες, ανεμόδαρτα ρήματα, ρεύματα πράσινα..."

μανάλι ~ greater amberjack

The Greater amberjack (Seriola dumerili) is a jack of the genus Seriola. It is found in the Mediterranean Sea, the Atlantic Ocean, the Pacific Ocean and the Indian coasts, living usually between 20 and 70 m of depth (with a maximum of 360 m). It is the largest genus in the Carangidaefamily, with a maximum length of 200 cm.
It is a fast swimming pelagic fish with similar habits to the kingfish. They are silver-blue with a golden side line, with a brown band crossing over the eye area.

ζαργάνα ~ sea needle

The garfish (Belone belone), or sea needle, is a pelagicoceanodromous needlefish found in brackish and marine waters of the EasternAtlantic, the Mediterranean Sea, the Baltic Sea, etc. The fish lives close to the surface and has a migratory pattern similar to that of themackerel, arriving a short time before the latter to spawn

ιδιοποιούμαι ~ misappropriate

From the definition of rodent below, the meaning of this word was obvious, but I thought I'd get a clear definition--it means to annex, misappropriate, usurp. "The treasurer is accused of having misappropriated the company's money."

ιδιοποιούμαι [iδiopiúme] Ρ10.9β : χρησιμοποιώ κτ. αυθαίρετα και σαν να ήταν δικό μου, ενώ ανήκει σε άλλον, για να ωφεληθώ· (πρβ. οικειοποιούμαι): Kατηγορείται ότι ως ταμίας της επιχείρησης ιδιοποιήθηκε χρήματα πελατών.

τρωκτικό ~ rodent

In  its metaphorical sense, "person who slowly and systematically, yet also deviously, wastes other people's money" (definition below) is, for obvious reasons, all over the news. At some point in the past, I knew the word meant rodent, but then I forgot.

τρωκτικό το [troktikó] Ο38 : 1. ζώο της τάξης των θηλαστικών, που έχει πολύ δυνατούς κοπτήρες για να ροκανίζει την τροφή του και που συνήθ. ζει παρασιτικά προκαλώντας ζημίες: Ο ποντικός και το κουνέλι ανήκουν στα τρωκτικά2. (μτφ.) άνθρωπος που αργά, συστηματικά όμως και ύπουλα, ιδιοποιείται και σπαταλά ξένο χρήμα: Tα διάφορα τρωκτικά άφησαν αδειανά τα ταμεία της εταιρείας.

Thursday, October 27, 2011

τροτέζα ~ prostitute

γυναίκα που εκδίδεται στο δρόμο, πόρνηκαλντεριμιτζού

I heard the word on a radio show about Σοφία Βέμπο, who was in a theatrical production where she played a whore. This word is also in a Mitropanos song... but I never looked it up.

Its etymology is the French word trotteuse, which means "second hand."

Monday, October 24, 2011

βίρα ~ heave ho

nautical command, leanred from this Kavvadia poem:

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

more words learned from this poem
μοτάρι = makeshift bandage or gauze from shreds of linen (sounds a lot like μότα, eh?)
μακίνα = not found in any specialized dictionaries. 
σαριά  = not found, but in looking for it I found all these words
(who knew there was a special word for typewriter carriage? and turban?): 

σαρίδια. Δείτε επίσης: offscourings. Δείτε επίσης: sweepings
3 ) σαρίκι. Δείτε επίσης: turban
4 ) σαριό. Δείτε επίσης: carriage

λόγγος ~ forest

another word from the Souliotisses song, apparently a colloquial word for δάσος. Also learned that δρυμός is a fancy word for forest.

λυμάινω ~ to prey on, to harry

also learned this one from the story of the Souliotisses. They remained in Souli to be preyed up on by the enemy; hence their dance to the death: 

στέργω ~ to love

We all know the 4 kinds of love: έρωτας (erotic), αγάπη (all-encompassing), φιλία (friendly), στοργή (parental, nurturing). But I didn't know there was a verb to express feel στοργή!

I learned it from the song I've been hearing since elementary school:

O Χορός του Ζαλόγγου

Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή
Και 'συ δύστυχη πατρίδα
έχε γεια παντοτινή.

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι, βουνά, ραχούλες
Έχετε γεια βρυσούλες
και σεις Σουλιωτοπούλες

Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτ' ανθός στην αμμουδιά
Κι οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
δίχως την ελευθεριά.

Έχετε γεια βρυσούλες

Οι Σουλιώτισσες δε μάθαν
για να ζούνε μοναχά
Ξέρουνε και να πεθαίνουν
να μη στέργουν στη σκλαβιά.

Έχετε γεια βρυσούλες

Sunday, October 23, 2011

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ ~ wind chart, see below

 there are  dozens of songs with th eword in them!


καρτίνι, το : ιταλ. quartino :το 1/4 του ρόμβου κατά τις διαιρέσεις των παλαιών ανεμολογίων.
from the Italian "quartino," 1/4 of a rhombus according to the divisions of old wind charts.

λαμαρίνα ~ flat iron sheet

From Kuro Siwo by Kavvadias:

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

κολλήγας ~ colleague

Clearly, the Greek is taken into the Modern from Latin. I encountered it in this song by Κηλαηδόνης:

Κολλήγα γιος του παππού μου ο παππούς,
κολλήγα γιος του παππού μου ο πατέρας
κι ο παππούς μου κολλήγας κι αυτός.

Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος,
έναν κλήρο είχα, λίγα στρέμματα βιος.

Η δουλειά στα χωράφια σκληρή.
Ντελικάτος εγώ, μα ξυπνός
τα χωράφια χτυπάω στο σφυρί
και στην πόλη ό,τι βγει, είμαι αστός.

Saturday, October 22, 2011

Γαϊδουροκαλόκαιρο ~ Indian Summer

Γαϊδουροκαλόκαιρο ~ guy-doo-ro-ka-LO-keh-ro, meaning "donkey summer" is what we call in American English "Indian summer."

Νηνεμία ~ ninemia ~ absence of wind

Used metaphorically just like "eye of the storm" to mean lull, temporary calm. After being in Serifos during the meltemia, I understand why the Greeks have a special word for the absence of wind.