Sunday, June 25, 2017

Μπιζ μπιζε

Tasos and Yorgos were singing a lot of well known songs and Yorgo said hey, let's sing one that's mpiz-mpize ... or that is one only we know. 

Thursday, June 22, 2017

αχνιστός / αχνός

tassos used this word at Archondissa last night to describe how the cod was cooked, and it has something to do with baking it in not much water, something to do with steaming / fuming... 

ο ατμός που αναδίδεται από ένα υγρό που βράζει ή από ένα φαγητό που είναι πολύ ζεστό: Ο ~ του καφέ / της σούπας. Θάμπωσαν τα τζάμια της κουζίνας από τους αχνούς. 2. ο αέρας της εκπνοής, συνήθ. όταν η ατμόσφαιρα είναι ψυχρή.

που αχνίζει, που βγάζει αχνούς: Tο αίμα κυλούσε αχνιστό από την ανοιχτή πληγή. 2. (μαγειρ.) για φαγητό που έχει μαγειρευτεί στον αχνό, δηλαδή με ελάχιστο νερό και σε σιγανή φωτιά: Aχνιστά μύδια / λαχανικά. 
[αρχ. ἀτμιστός κατά την εξέλ. ἀτμίζω > αχνίζω]

Tuesday, June 13, 2017


I don't know what a dustpan is called in cypriot but I'm sure I never heard this until now. Was listenign to kids' songs for greek class prep. I love this job!

Sunday, June 11, 2017

Masking tape

how did I go all these years without hearing the word for masking tape? Do they not use it in cyprus? I just heard someone ask for it in a mini market, and found out what it was when he, you know, picked up the masking tape. #liveANDlearn

Tuesday, June 6, 2017


  1. 1.
    (especially of something mechanical) shake and vibrate rapidly and with force.
    "the steering wheel juddered in his hand"
  1. 1.
    an instance of rapid and forceful shaking and vibration.
    "the car gave a judder"

this seems like a very useful word. Why didn't I know it until today? 

Monday, June 5, 2017


gross, I know -- this is eye mucus. Loukia taught it to me, but I don't remember in what context. 

τσίμπλα η [tsímbla] Ο25 : 1. παχύρρευστο και γλοιώδες υγρό που τρέχει από τα μάτια όταν είναι ερεθισμένα και που συγκεντρώνεται και ξεραίνεται στις άκρες των βλεφάρων: Έκλεισαν τα μάτια μου από την ~. Kρέμονται οι τσίμπλες από τα μάτια του. (έκφρ.) με την ~ στο μάτι, για κπ. που μόλις ξύπνησε, που είναι αγουροξυπνημένος: Mε την ~ στο μάτι πώς να τον υποδεχτώ και να συζητήσω σοβαρά μαζί του2. (λαϊκότρ.) μικρό μάτι στη βάση της κληματόβεργας.
[μσν. τσίμπλα < τσιμπλ(ιάζω) -α (αναδρ. σχημ.)]