Thursday, June 7, 2018

αρωγή

αρωγή η [arojí] Ο29 : (λόγ.) βοήθεια, συνήθ. οικονομική: Tα άπορα και ηλικιωμένα άτομα έχουν ανάγκη από την κρατική ~. Tαμείο αρωγής, ασφαλιστικό ταμείο. Δικαστική ~, δικαστική συνδρομή.
[λόγ. < αρχ. ἀρωγή `βοήθεια (όχι οικονομική)΄]

Στόκος

 α. stucco
β. χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα.

προσκομίζω

I present documentation as evidence. 

Monday, July 3, 2017

πρόσληψη

uptake - intake 

emergence

ανάδυση

cool,  opposite of dysi.

http://www.wordreference.com/gren/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B7

οριοθέτηση

delimitation / demarcation

http://cyprusnews.eu/conastantina-zanou/2448431-2014-09-09-08-37-21.html

from an article by Konstantina Zanou