Sunday, July 20, 2014




Το αλισβερίσι ή αλισιβερίσι είναι δημώδης ελληνική έκφραση που προέρχεται από καθ΄ αυτή τούρκικη σύνθετη λέξη εκ του «αλίς» που σημαίνει λαβείν και «βερίς» που σημαίνει το αντίστοιχο ελληνικό «δούναι». Κατά λέξη σημαίνει ληψοδοσία, αλλά στην ελληνική μετάφραση αντιστρέφονται οι όροι και λέγεται «δοσοληψία» και κατ'επέκταση «δούναι και λαβείν».

Στη γλώσσα των συναλλασσομένων σημαίνει γενικά την εμπορική κίνηση: Δεν έχει αλισβερίσι (=δεν υπάρχει κίνηση), δεν υπάρχει δουλειά.

Thursday, July 17, 2014

Swallow -- metaphorically

χάβω < μεσαιωνική ελληνική χάπτω < αρχαία ελληνική κάπτω (αρπάζω και καταπίνω πεινασμένα)


χάβω και χάφτω, , παρατ.: έχαβαστιγμ. μέλλ.: θα χάψωαόρ.έχαψα
  1. καταπίνω κάτι αμάσητο, λαίμαργα, πεινασμένα
  2. (συνεκδοχικάαποδέχομαι μια λανθασμένη ή παραπλανητική άποψη χωρίς να την επεξεργαστώ, δηλαδή με αφέλεια
    το είπα πειστικά, αλλά αυτός δεν το έχαψε


χάβω, χάφτω

Πιστεύω αβίαστα κάτι που μου λένε, χωρίς να επαληθεύω μέσω πηγών ή επιχειρημάτων. Είμαι ευκολόπιστος.

Ο όρος αποτελεί κλασική, παλαιά σλανγκ, που χρησιμοποιείται συνήθως με την αντωνυμία «το» (το 'χαψα).
- Αλήθεια σου λέω. Μου είπε ότι αγόρασε σκάφος.
- Άντε ρε, μια μαλακία σου είπε για να σε δουλέψει και εσύ το 'χαψες!

Sunday, July 13, 2014


When I was little I used to read the localy Cypriot TV magazine, and always wondered what "kous kous" was -- clearly, it wasn't the food (pligouri, bulgar wheat) that they meant.

Finally I realized it's from a written represntation of the spoken "kous?" "have you heard," metonymic of "gossip."

Today I learned that a person who gossips is a kous-kous-er...


since reactive is αντιδραστικός, it makes sense that interactive is διαδραστικός. Ι didn't' find out until today, while reading Greek Literature anthologies online. 


καζούρα θηλυκό
  1. ομαδική κοροϊδία εις βάρος κάποιου

the wikipedia says this word means "group banter at a particular person's expense." The context of a Xaroulis concert suggests, however, that it's a kazoo...


It's a "silver linden." I thought I knew "Linden" was filyra, but apparently there are either regional differences in terminology or they are slightly different plants. Greek wikipedia says they are synonymous and τίλια is also, which is the same as the GENUS. Will figure it out some other time. For now, here's the song that has flamouria:
 φλαμούρι + -ιά < ελληνιστική κοινή φλάμμουλα < λατινική flammula

μεταφραστικό δάνειο

it's clear this means "translation loan word" but I'd never heard it before until I looked up the spelling of

εις το επανιδείν = au revoir

Saturday, July 12, 2014


Ταρσανάς is a Byzantine word for shipyard, which I learned from this song written by Manos Eleftheriou: