Wednesday, October 24, 2012


πρέζα < από το ιταλικό presa < prendere
preza, from the Italian participle of prendere.
πρέζα θηλυκό (πληθυντικός : πρέζες)
  1. μικρή ποσότητα από ένα υλικό σε σκόνη ή σε κόκκους που μπορεί να πιάσει κανείς με τα δάχτυλα
    ρίξε στο φαγητό μια πρέζα αλάτι
    μια πρέζα ταμπάκο
  2. η ηρωίνη

1. "pinch": small amount of any substance in  powder form, or granular, such that you can take a pinch of it, as of salt or tabacco
2. heroin

I actually learned it from  this song, in whose comments section someone apparently compares Vamvakaris's music to heroin (high praise, eh?).

No comments:

Post a Comment