Saturday, October 13, 2012


so many meanings! heard it when Lina Nikolakopoulou said that a "cinematographic" aspect is attributed/ascribed to her poetry.
NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'προσάπτω'.
WordReference English-Greek Dictionary © 2012:
Matching entries from other side of dictionary
charge vtr(accuse) κάποιον για κάτικατηγορώ ρ.μετ.
 κάτι σε κάποιονκαταλογίζω, προσάπτω, χρεώνω ρ.μετ.
Note: προσάπτω: αόρ. προσήψα, απαρ. προσάψει, παθ. μόνο στον ενεστώτα
 The police charged the man with a crime.
 Η αστυνομία κατηγόρησε τον άντρα για το έγκλημα.
 Η αστυνομία καταλόγισε (or: προσήψε, or: χρέωσε) το έγκλημα στον άντρα.
append vtr(add to ) προσθέτωεπισυνάπτω, προσάπτω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηβάζω ρ.μετ.
ascribe vtr(assign, attribute)αποδίδω ρ.μετ.
 αρνητική έννοιαπροσάπτω, καταλογίζω ρ.μετ.
impute vtr(attribute)αποδίδω ρ.μετ.
 με αρνητική σημασίακαταλογίζω, προσάπτω ρ.μετ.
add on, add-onvtr(append)επισυνάπτω, προσάπτω, προσθέτω ρ.μετ.
charge with vtr(police: accuse of)καταγγέλω, κατηγορώ, προσάπτω κατηγορία

No comments:

Post a Comment