slimy, mucilaginous, clammy
γλοιώδης -ης -ες [γlióδis] Ε11 : 1. που έχει υφή λιπαρή και που προκαλεί την αηδία. 2. (μτφ. για πρόσ.) που η συμπεριφορά του είναι ύπουλη, χυδαία και αναξιοπρεπής: Γλοιώδες υποκείμενο. ~ χαρακτήρας. Γλοιώδες χαμόγελο. (seems like it's kind of the same as "slimy")
[λόγ. < ελνστ. γλοιώδης `με λιπαρό κατακάθι΄, αρχ. σημ.: `κολλώδης΄]
No comments:
Post a Comment